πνεῦμα


πνεῦμα
ветер

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πνεῦμα" в других словарях:

  • πνεύμα — το 1) дух; 2) Άγιο Πνεύμα το Бог Святой Дух – третье Лицо Единосущной и Нераздельной Троицы Этим. < дргр. πνεύμα < πνέω «дышать». Первоначальное значение слова было «дыхание, ветер», но в лексиконе Священного Писания использовалось для… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πνεῦμα — blast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνεύμα — ατος, το / πνεῡμα, ΝΜΑ, και πνέμα Ν 1. η ψυχή και οι λειτουργίες της, ο ψυχικός κόσμος, σε αντιδιαστολή προς τη σάρκα, την ύλη και τον υλικό κόσμο 2. ο νους και οι ικανότητές του, η ευφυΐα, ο λόγος 3. καθετί το άυλο, το ασύλληπτο με τις αισθήσεις …   Dictionary of Greek

  • πνεύμα — το, ατος 1. ο νους και οι λειτουργίες του: Σκοτίστηκε το πνεύμα μου. 2. ψυχική και διανοητική κατάσταση: Πνεύμα κατανόησης επικράτησε στις συζητήσεις. 3. ιδέα, νόημα, σκοπός, άποψη: Μ αυτό το πνεύμα μίλησε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πνεύμα — [пнэвма] ουσ. о. дух, настроение, ум, смысл, значение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Άγιο Πνεύμα — I Το όνομα του τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδας. Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, η αΐδιος εκπόρευση του Α.Π. γίνεται από τον Πατέρα «ως μόνης πηγής και αιτίας», ενώ η «εν χρόνω αποστολή του στην Εκκλησία» γίνεται «από του Πατρός δι’ Υιού». Τούτο δεν …   Dictionary of Greek

  • Άγιον Πνεύμα — Sp Ãgion Pnevmà Ap Άγιον Πνεύμα/Agion Pnevma L Š Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • πνεῦμ' — πνεῦμα , πνεῦμα blast neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Pneumatic (Gnosticism) — πνεύμα, spirit The highest order of humans as opposed to hylics. spiritual, fully initiated. immaterial, souls. The Pneumatic saw himself as escaping the doom of the material world via the secret knowledge …   Wikipedia

  • ДУША — [греч. ψυχή], вместе с телом образует состав человека (см. статьи Дихотомизм, Антропология), будучи при этом самостоятельным началом; Д. человека заключает образ Божий (по мнению одних отцов Церкви; по мнению других образ Божий заключен во всем… …   Православная энциклопедия

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek